Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Μας δουλεύουν Γιουροβιζιονικά;

Η εκπρόσωπος της Ουκρανίας, Jamala, επικράτησε στον 61ο διαγωνισμό της Eurovision με το τραγούδι 1944.Το πανηγυράκι, που καθιερώθηκε ως ποπ κουλτούρα, μάλλον για να περνάμε ανέμελα μια νύχτα του Μάη, αποκτά πολιτικό πια χαρακτήρα. Πως όμως; Ανάλογα με το τι είναι "πολιτικά ορθό" για τη Δύση. Εκεί δεν έχουν θέση οι γενοκτονίες των Τούρκων εναντίον των Ποντίων και των Αρμενίων. Εκεί είναι καλό ό,τι ενοχλεί τη Ρωσία, και δεν έχει σημασία αν ξαναγράφεται -παραχαρασσόμενη- η ιστορία.
Το τραγούδι αυτό ήταν αφιερωμένο στην προγιαγιά της και αναφέρεται στην απέλαση των Τατάρων της Κριμαίας, το 1940, από την Σοβιετική Ένωση του Ιωσήφ Στάλιν.

Οι παρουσιαστές που σχολίασαν για λογαριασμό της ΕΡΤ αισθάνθηκαν "βαθύτατα συγκινημένοι".
Εγώ θα έλεγα πως είναι μάλλον ανιστόρητοι.
Ας δούμε λίγα πράγματα:



Στα εγκλήματα του φασισμού στην Κριμαία συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων και η εκτέλεση 91.678 σοβιετικών πολιτών μεταξύ του Οκτώβρη του 1941 και του Απρίλη του 1942. Με άλλα λόγια, μέσα σε έξι μήνες περίπου εκτελέστηκε από τις δυνάμεις κατοχής ο ένας στους δέκα κατοίκους της περιοχής.

Οι Τάταροι της Κριμαίας συνεργάστηκαν ενεργά με τις Γερμανικές αρχές κατοχής, συμμετέχοντας στις λεγόμενες «Ταταρικές Εθνικές Επιτροπές», που συστάθηκαν από τα Γερμανικά όργανα πληροφοριοδοτών, και χρησιμοποιήθηκαν συχνά για την διείσδυση στα νώτα του Κόκκινου Στρατού από κατασκόπους και δολιοφθορείς. Με την υποστήριξη των Τατάρων της Κριμαίας, οι «Ταταρικές Εθνικές Επιτροπές», στις οποίες ηγετικό ρόλο έπαιξαν οι Λευκοφρουροί-Τάταροι του εξωτερικού, προσανατόλισαν τις δραστηριότητές τους στις διώξεις και την καταπίεση του μη-Ταταρικού πληθυσμού της Κριμαίας, ξεκινώντας τις προετοιμασίες για την απόσπαση της Κριμαίας από τη Σοβιετική Ένωση με την βία, με την βοήθεια των Γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων.(Πηγή)






Διαβάστε περισσότερα εδώ
http://www.imerodromos.gr/eurovision-2016-oukrania/
και εδώ
https://erodotos.wordpress.com/2016/05/15/%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%BD-%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-eurov/

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

H ιστορια του μεσαίου δαχτυλου

The history of the middle finger

[]


Well, now......here's something I never knew before, and now that I know it, I feel compelled to send it on to my more intelligent friends in the hope that they, too, will feel edified.  Isn't history more fun when you know something about it?  
Before the Battle of Agincourt in 1415, the French, anticipating victory over the English, proposed to cut off the middle finger of all captured English soldiers. Without the middle finger it would be impossible to draw the renowned English longbow and therefore they would be incapable of fighting in the future. This famous English longbow was made of the native English Yew tree, and the act of drawing the longbow was known as 'plucking the yew' (or 'pluck yew').
Much to the bewilderment of the French, the English won a major upset and began mocking the French by waving their middle fingers at the defeated French, saying, See, we can still pluck yew!  Since 'pluck yew' is rather difficult to say, the difficult consonant cluster at the beginning has gradually changed to a labiodentals fricative F', and thus the words often used in conjunction with the one-finger-salute!  It is also because of the pheasant feathers on the arrows used with the longbow that the symbolic gesture is known as 'giving the bird.'
IT IS STILL AN APPROPRIATE SALUTE TO THE FRENCH TODAY!
And yew thought yew knew every plucking thing




Bookmark and Share

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Ψηφισμα υπερ της Μακεδονίας μας




ΓΡΗΓΟΡΑ ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΣΚΟΠΙΑΝΟΙ ΨΗΦΙΖΟΥΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ...

Στείλτε το παντού!!!!!! Σε όλη την Ελλάδα και όχι μόνον!!!!



Ψηφίστε ΟΛΟΙ!

Στην παρακάτω Αμερικανική τοποθεσία, γίνεται «δημοσκόπηση» για το αν η Μακεδονία είναι Ελληνική ή όχι. Μπείτε, ψηφίστε και διαδώστε το σε όσους ξέρετε!

http://www.topix.com/forum/world/macedonia/TAAAAFN23PMGMJ147

Είναι πολύ απλό. Ούτε όνομα πρέπει να βάλετε, ούτε στοιχεία, ούτε τίποτε. Μόνο επιλέγετε το Yes και μετά βλέπετε το ως τώρα αποτέλεσμα.

Έχουν μπει οι Σκοπιανοί και έχουν σαρώσει.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

1453


Βράδυ Δευτέρας 28 Μαΐου 1453.
Ἡ νύχτα ποὺ δὲν θὰ ξημέρωνε ποτέ [1].






Ὁ σουλτάνος ὑπόσχεται στὸν στρατὸ του τριήμερη λεηλασία, καὶ πλούτη ἀμύθητα καὶ παρθένες καὶ παιδιά, στὴν γῆ καὶ στὸν οὐρανό. Τὰ στίφη τῶν ἀπίστων ἀλαλάζουν λυσσασμένα. Οἱ λίγοι, ἡρωικοί, ἐξαντλημένοι ὑπερασπιστὲς τῆς Βασιλεύουσας, κρατώντας ἀκόμη μὲ ὑπεράνθρωπη, ἀπελπισμένη θέλησι τὰ ἀρχαῖα τείχη, ἀπέναντι στὴν βία τῶν λυσσασμένων, ἀναρίθμητων ὀρδῶν, τῶν μεγάλων πυροβόλων καὶ τῶν πολιορκητικῶν μηχανῶν, ξέρουν ὅτι ἔρχεται ἡ κρίσιμη ἡμέρα· ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ καθένας μόνος του, καὶ ἡ χιλιόχρονη αὐτοκρατορία θὰ βρεθοῦν ἀπέναντι στὴν Μοῖρα. Μὲ δάκρυα ἀπελπισμένης πίστης καὶ ἀποφασιστικότητας ἀποχαιρετοῦν παιδιὰ καὶ συζύγους, μεταλαμβάνουν γιὰ τελευταία φορὰ στὴν Ἁγια-Σοφιά, ἐμψυχώνουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον στὶς πολεμίστρες· οἱ ἱερὲς εἰκόνες περιφέρονται στὰ τείχη, προσευχὲς ἀναπέμπονται στοὺς οὐρανοὺς καὶ δάκρυα πόνου καὶ ἀγωνίας ποτίζουν τὴν γῆ. Ὁ Βασιλέας, πρῶτος στὴν μάχη, ἐμψυχώνει τοὺς στρατιῶτες του· συγκεντρώνει ἄρχοντες καὶ ἁπλοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς λέγει τὰ λόγια αὐτά, ὅπως μᾶς τὰ παραδίδει τὸ Χρονικὸν τοῦ Σφραντζῆ [2]. Λόγια ἀπὸ τὴν καρδιά, γεμάτα πόνο, συγκρατημένον ὅμως μέχρι τέλους, καὶ λόγια ἀπὸ τὸ μυαλὸ μαζί, λόγια πολεμιστοῦ, ψύχραιμου στρατιωτικοῦ ἡγήτορος, πρὸς στρατιῶτες καὶ συμπολεμιστές. Λόγια ἐπίγνωσης, στήριξης ψυχικῆς καὶ λελογισμένου θάρρους. Καὶ μαζὶ κάτι ἄλλο. Λόγια, ποὺ πέρα ἀπὸ τὴν λογοτεχνικὴ φροντίδα τοῦ ἱστοριογράφου τους, πέρα ἀπὸ τὸ γνήσιο αἴσθημα τῶν προσώπων ἐκεῖνες τὶς τραγικὲς στιγμές, παίρνουν και μιὰ ἄλλη, παράξενη χροιά· σὰν νὰ φέρνουν μαζί τους μιὰ μακρυνή, μαγικὴ ἀντήχησι· φθόγγους ἀγέλαστους καὶ ἀκαλλώπιστους καὶ ἀμύριστους [3] πλέον, ἠχώ χρησμῶν ἀπὸ ἀρχαῖες Θερμοπύλες, νότες μυθικῶν ραψωδῶν. Διότι ἐκεῖ, τότε, ἡ Ἱστορία παγώνει· ὁ ρυθμὸς τοῦ Χρόνου ἀλλάζει, οἱ Αἰῶνες συμπυκνώνονται· ἐκεῖ, τότε, λίγες ὧρες μόνον πρὶν ὁ Βασιλέας ἀνεβεῖ γιὰ τελευταία φορὰ στὰ τείχη καὶ ἡ Στιγμὴ ταυτιστεῖ μὲ τὴν Αἰωνιότητα καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Δραγάσης Παλαιολόγος, ὁ Βασιλέας, ὁ Στρατιώτης, γίνει ἕνα μὲ τὴν αἰώνια Ψυχὴ τοῦ Γένους, ἐκεῖ ἐπάνω στὴν Πύλη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, ὁ Μαρμαρωμένος Βασιληᾶς.

…Γνωρίζετε καλῶς, λέγει ὁ Βασιλέας, κατὰ τὸν Σφραντζῆ, ἀπευθυνόμενος πρὸς ἄρχοντες, στρατιῶτες καὶ λαό, ὅτι ἔρχεται ἡ κρίσιμη ἡμέρα. Σταθεῖτε ἀνδρείως, τοὺς λέγει. Σᾶς παραδίδω τὴν περίφημη πόλι καὶ πατρίδα μας, καὶ βασιλεύουσα τῶν πόλεων.

Γιὰ τέσσερα πράγματα ἀξίζει ὅλοι μας νὰ πεθάνουμε, γιὰ τὸ καθένα μόνο του ξεχωριστά: «πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, τρίτον δὲ ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς χριστοῦ κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων». Καὶ τώρα κρίνονται καὶ τὰ τέσσερα αὐτὰ μαζί.

Ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς, τοὺς λέγει, ἔχει ὅλα τὰ πολεμικὰ μέσα. Καὶ ἐν τούτοις, ἀντέχουμε τόσον καιρὸ καὶ διορθώνουμε τὶς ζημιὲς τοῦ τείχους. Ἀπέναντι στὰ στίφη τῶν ἀσεβῶν καὶ τὶς πολεμικὲς μηχανές, δύο πράγματα ἔχουμε μόνον· πρῶτον μὲν τὴν πίστη στὴν ἀνίκητη δόξα τοῦ Θεοῦ, δεύτερον δὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια καὶ τὴν ρωμαλαιότητά μας, τὰ ὁποία μᾶς ἐδώρισε ἡ θεία Δύναμις.

Σὺν Ἀθηνᾷ καὶ χεῖρα κίνει, συμβουλεύει ὁ Βασιλέας! Καὶ δίδει ὁδηγίες πραγματικοῦ στρατιωτικοῦ ἡγήτορος καὶ ἐκεῖνες ἀκόμη τὶς ὧρες, προπάντων ἐκεῖνες τὶς ὧρες, πῶς μὲ τὴν σωστὴ χρῆσι τῶν ἀσπίδων καὶ τῶν δοράτων θὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ λυσσασμένα, θρασεῖα στίφη. Καὶ γνωρίζω, λέγει, ὅτι εἶστε ἄξιοι καὶ ἔμπειροι στρατιῶτες!

Καὶ συνεχίζει νὰ ἐμψυχώνει τοὺς στρατιῶτες του. Σὰν ζῶα ἄλογα καὶ χειρότεροι ἀκόμη ὁρμοῦν ἐπάνω μας ἀλαλάζοντας τὰ στίφη τῶν ἀσεβῶν, τοὺς λέγει. Γι᾿ αὐτὸ κι ἐσεῖς ἀντιμετωπίστε τους ὅπως οἱ κυνηγοὶ τοὺς ἄγριους χοίρους, γιὰ νὰ μάθουν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι δὲν πολεμοῦν κατὰ ζώων ἀλόγων ὅπως εἶναι αὐτοί, ἀλλὰ κατὰ τῶν κυρίων καὶ ἀφεντῶν τους, ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ρωμαίων!

Ἐξιστορεῖ μετὰ ὁ Βασιλέας τὶς ἀδικίες ποὺ διέπραξε ὁ σουλτάνος καὶ τὶς χῶρες ποὺ κατέκτησε. Καὶ τώρα, καὶ αὐτὴν τὴν Βασιλεύουσα, τὴν πόλι τῆς Παναγίας, «καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων, τὸ καύχημα πάσι τοῖς οὔσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν», τὴν Πόλι μας, τολμᾶ ὁ ἀσεβής νὰ ἀπειλεῖ. Θυμηθεῖτε τὰ ὅλα αὐτά, ἀδελφοί, τοὺς λέγει, ὥστε ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία σας νὰ γίνουν αἰώνιες.

Εὐχαριστεῖ στὴν συνέχεια ὁ Βασιλέας τοὺς Ἐνετούς, Λιγουρίτες (Γενουάτες) καὶ λοιποὺς ξένους συμπολεμιστές. Καὶ ἔπειτα ἀπευθύνεται πρὸς ὅλους, προτρέποντάς τους νὰ σταθοῦν στὶς θέσεις τους ὡς ἄξιοι στρατιῶτες.

Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ὅλοι ἀπαντοῦν: «ἀποθάνωμεν ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν». Καὶ ὁ Βασιλέας ἀκούγοντάς τους, μὴν συγκρατώντας οὔτε αὐτὸς πιὰ τὰ δάκρυά του, τοὺς εὐχαριστεῖ. Καὶ οἱ δυστυχεῖς Ρωμαῖοι, γράφει ὁ Σφραντζῆς, ἀκούοντες τὸν Βασιλέα, «καρδίαν ὡς λέοντες ἐποίησαν»· καὶ ἀγκαλιάζονταν δακρυσμένοι, συγχωροῦντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὁ Βασιλέας, ἀκολουθούμενος ἀπὸ ἄλλους πολλοὺς ἐπῆγε στὴν Ἅγια-Σοφιὰ καὶ μετέλαβε τὰ ἄχραντα μυστήρια. Καὶ μετὰ επέρασε ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσει φίλους καὶ συγγενεῖς· «ἐν τῇδε τῇ ὥρᾳ τὶς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους τοὺς ἐν τῷ παλατίῳ; Εἰ καὶ ἀπὸ ξύλου ἄνθρωπος ἢ ἐκ πέτρας ἦν, οὐκ ἐδύνατο μὴ θρηνῆσαι», γράφει ὁ Σφραντζῆς. «Καὶ ἀναβὰς ἐφ᾿ ἵππου ἐξήλθομεν τῶν ἀνακτόρων περιερχόμενοι τὰ τείχη [...]»

Σημειώσεις:
[1] «Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα». (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου»)

[2] Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζουμε ἐὰν καὶ πῶς ἀκριβῶς ἐμίλησεν ὁ Αὐτοκράτωρ· εἰκάζεται ἀπὸ ὁρισμένους μελετητὲς ὅτι ὁ Σφραντζῆς ἀνέπτυξε «κατ᾿ ἔννοιαν» συντομότερο λόγο τοῦ Αὐτοκράτορος, τὸν ὁποῖον λόγον ἀναφέρει στὴν ἔκθεσί του πρὸς τὸν πάπα τῆς Ρώμης ὁ καθολικὸς ἐπίσκοπος Λεονάρδος ὁ Χῖος (παρών, ὅπως καὶ ὁ Σφραντζῆς, στὴν Πόλι κατὰ τὴν Ἄλωσι), ἐπίσης ἀγνώστου ἀκριβείας. Ἀλλὰ ὁ λόγος ἐτοῦτος, καὶ ἐὰν δὲν γνωρίζουμε ἂν καὶ τὶ ἐλέχθη ἐκεῖνες τὶς ὧρες, ἐκφράζει πάντως, θεωρῶ, τὸ ἦθος τῶν στιγμῶν καὶ τῶν πρωταγωνιστῶν, ὅπως οἱ δημηγορίες τοῦ Θουκυδίδου.

[3] Ἡράκλειτος, Diels 92. («Σίβυλλα δὲ μαινομένωι στόματι καθ᾿ Ἡράκλειτον ἀγέλαστα καὶ ἀκαλλώπιστα καὶ ἀμύριστα φθεγγομένη χιλίων ἐτῶν ἐξικνεῖται τῆι φωνῆι διὰ τὸν θεόν.» (Πλούταρχος, «Περὶ τοῦ μὴ χρᾶν νῦν ἔμμετρα τὴν Πυθίαν», 6, 397a))


ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΡΑΤΥΛΟ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ
http://kratylos.blogspot.com/2007/05/blog-post_28.html

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Η γενοκτονία των Ποντίων:


Tο άγνωστο ελληνικό ολοκαύτωμα



Η γενοκτονία των Ποντίων ( 1916 – 1923 ) με 353.000 νεκρούς αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη γενοκτονία του αιώνα μας.

Το Φεβρουάριο του 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο την περίοδο 1916-1923. Η αναγνώριση αυτή, παρόλη την εβδομηκονταετή καθυστέρηση, δικαίωσε ηθικά τον ποντιακό ελληνισμό και συνέδεσε το σύγχρονο ελληνισμό με την ιστορική του μνήμη. Γιατί η ήττα του 1922, η "νέα τάξη πραγμάτων" που επικράτησε τότε, με την απόλυτη συνενοχή ολόκληρου του ελλαδικού πολιτικού κατεστημένου, περιόρισαν ουσιαστικά όχι μόνο τα γεωγραφικά όρια του ελληνισμού αλλά και τα διανοητικά. Ο περιορισμός των πνευματικών νεοελληνικών οριζόντων είχε άμεση αντανάκλαση στη ελλειματική ιστορική μνήμη των σύγχρονων Ελλήνων.

Τι εννούμε με τον όρο "γενοκτονία" ;
Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου. Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας.
Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις.
Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί. Πως και πότε διαπράχθηκε η γενοκτονία;
Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ( 1461 ) γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές, ξεριζωμούς και προσπάθειες για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα τη συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση – γενοκτονία του αιώνα μας.

Επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Τραπεζούντα. Η οθωμανική κατάκτηση του μικρασιατικού Πόντου μπορεί να διαριθεί σε τρεις περιόδους.

* Η πρώτη αρχίζει με την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 και λήγει στα μέσα του 17ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι Τούρκοι κρατούν μάλλον ουδέτερη στάση κατά των Ελλήνων του Πόντου.

* Η δεύτερη αρχίζει στα μέσα του 17ου αιώνα και λήγει με το τέλος του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου. Χαρακτηρίζεται με τη θρησκευτική βία κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιούνται οι ομαδικοί εξισλαμισμοί των ελληνικών πληθυσμών.

* Η τελευταία περίοδος, που τελειώνει το 1922 υποδιαιρείται σε δύο υποπεριόδους. Η πρώτη αρχίζει με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774. Χαρακτηρίζεται από τη συστηματική προσπάθεια των τοπικών αρχών να μην εφαρμόζουν προς όφελος των χριστιανώντους φιλελεύθερους νόμους. H δεύτερη υποπερίοδος αρχίζει το 1908 και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού.

Από τους βαλκανικούς πολέμους και από τους επίσημους συμβούλους, των Γερμανών, οι Νεότουρκοι διδάχθηκαν ότι μονάχα με την εξαφάνιση των Ελλήνων και Αρμενίων θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Οι διάφορες μορφές βίας δεν αρκούσαν για να φέρουν τον εκτουρκισμό.

Η απόφαση για την εξόντωσή τους πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μούσταφα Κεμάλ ( 1919 – 1923 ).

Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο << Ένωση και Πρόοδος >> ιδρύθηκε το 1889. Στο συνέδριο τους, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1911 πάρθηκε η απόφαση, ότι η Μικρά Ασία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα. Η απόφαση αυτή καταδίκασε σε θάνατο διάφορες εθνότητες.

Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους σε Τάγματα Εργασίας. Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να εργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές.
Κατ΄ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας νέα κορίτσια, κακοποιώντας και καίγοντάς τα.

Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου.
Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανάγκασε χιλιάδες Έλληνες των παραλίων της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους και να μετοικήσουν με πολυήμερες εξοντωτικές πορείες.

Σύμφωνα με μια έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας, με ημερομηνία τον Ιούνιο του 1915 είναι γραμμένα τα εξής: << Οι εκτοπιζόμενοι από τα χωριά τους δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία. Γυμνοί και ξυπόλητοι, χωρίς τροφή και νερό, δερόμενοι και υβριζόμενοι, όσοι δεν εφονεύοντο οδηγούντο στα όρη από τους δημίους τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς πέθαιναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια. Το τέρμα του ταξιδιού δεν σήμαινε και τέρμα των δεινών τους, γιατί οι βάρβαροι κάτοικοι των χωριών, τους παρελάμβαναν για να τους καταφέρουν το τελειωτικό πλήγμα ... >>

Σκοπός των Τούρκων ήταν, με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολίσεις των χωριών, τις λεηλασίες, να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών και να καταφέρουν ευκολότερα των εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.

Το τελικό πλήγμα.
Το 1919 αρχίζει νέος διωγμός κατά των Ελλήνων από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους. Εκείνος ο διωγμός υπήρξε η χαριστική βολή για τον ποντιακό ελληνισμό.

Στις 19 Μαϊου, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας.
Με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου συγκροτεί μυστική οργάνωση, τη Mutafai Milliye, κηρύσσει το μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδιάζει την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησής του, το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια ο Κεμάλ, εξόντωσε τον ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας.

Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας αντάρτικο για την προστασία του αμάχου πληθυσμού. Τα θύματα της γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και ακατάβλητο ποντιακό αντάρτικο.

Με την επικράτηση του Κεμάλ, οι διωγμοί συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου τα διαβόητα έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού. Το τέλος του Πόντου πλησιάζει. Οι φωνές λιγοστεύουν.

Η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο υπήρξε το αποτέλεσμα της απόφασης των Τούρκων εθνικιστών για επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξαφάνιση των γηγενών εθνοτήτων.

Η μοίρα αυτή απετράπη με ένα εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο: με τις; γενοκτονίες των χριστιανικών λαών, Ελλήνων και Αρμενίων, με την υποχρεωτική έξοδο όσων επιβίωσαν και με τη βίαιη τουρκοποίηση των μουσουλμανικών εθνοτήτων, όπως οι Κούρδοι, που συνέχισαν να παραμένουν στην τουρκική, πλέον, επικράτεια.

Οι Έλληνες στον Πόντο ανέρχονταν σε 700.000 άτομα την παραμονή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι το τέλος του 1923 είχαν εξοντωθεί 353.000 άτομα. Ακολουθεί μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Ενός ανθρώπου που έζησε τη μεγάλη ανθρωποσφαγή.

Ένα χωριό των Κοτυώρων

Ο Σάββας Κανταρτζής εξέδοσε σε βιβλίο τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη. Μια από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες:

"Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν' αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος... Αλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια σε σπίτια και σε σταύλους, τρύπωσαν σ' αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δούν τι θα γίνει... Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι' οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.

Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξεσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλοιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.

Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ' όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Ετσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.

Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι' έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπεδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι' ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ' όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την "πατριωτική" του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμιξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.

Η πυρπόληση

Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλλες άλλες με τους γέρους γονείς κι' άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον χτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.

Οταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ' οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρός την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.

Κι' όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι' οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι' αντιβούϊζε στα γύρω βουνά και δάση...

Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής... επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν' ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι' απ' έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τί ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.

Οι μητέρες ξετρελλαμένες, έσφιγγαν, αλλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κράυγαζαν "μάνα, μανίτσα!". Οι κοπέλλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι' άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ' αυτιά, φωνές μανιακές και κλάμματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους - χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.

Μερικές γυναίκες και κοπέλλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατήρι τους - πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.

Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι' έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι' ακούγονταν μονο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν".

Μαρτυρίες Σοβιετικών

Οι σοβιετικοί υπήρξαν οι βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του. Πιθανότατα, οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παντουρκιστικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία στην Οκτωβριανή τους Επανάσταση.

Οι σοβιετικοί λοιπόν προμήθευσαν τους κεμαλικούς με όπλα, χρήματα, στρατιωτικούς συμβούλους. Η τουρκική αντεπίθεση στο μικρασιατικό μέτωπο κατά τωνελληνικών στρατευμάτων το 1921, οργανώθηκε από τον Μ. Φρούνζε, στρατιωτικό απεσταλμένο των σοβιετικών. Κατά συνέπεια, οι μαρτυρία των αποσταλμένων αυτών έχει ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία.

O Φρούνζε, έδωσε μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες: "Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο... Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι' αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμαύχι του... Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα. Μερικοί όταν μας αντίκρυσαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου". Ο Φρούνζε περιέγραψε και άλλο ένα περιστατικό. Οταν περνούσαν δίπλα από μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στη σοβιετική αντιπροσωπεία ότι ήταν και αυτοί ένοχοι γιατί ενίσχυαν τον Κεμάλ και τους Τούρκους. Το συναίσθημα αυτό των ανταρτών του δυτικού Πόντου ήταν εξαιρετικά έντονο. Ο οπλαρχηγός Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης) διακύρησσε: "... oι Ρώσοι κομμουνιστές δώσανε όπλα στον Κεμάλ για να χτυπήσει εμάς, του έδωσαν υποστήριξη, απελευθέρωσαν όλους τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους όταν μπήκαν στην Τραπεζούντα". Υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές κατέδιδαν τις προσπάθειες προμήθειας οπλισμού των ανταρτών από τη Ρωσία και παρέδιδαν Πόντιους στους Τούρκους.

Ο Φρούνζε έγραφε τα εξής για την πολιτική του Τοπάλ Οσμάν: "...όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε σε απίστευτο βαθμό. Απ' όλο τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας απόμειναν μόνο μερικές ανταρτοομάδες που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν Αγάς, ο οποίος πέρασε δια πυρός και σιδήρου με την άγρια ορδή του όλη την περιοχή."

Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί, "βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες -γέρους, παιδιά, γυναίκες". Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.

Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: "Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Εχοντας υπ' όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου..." Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής στις "επισημάνσεις" του Φρούνζε: "Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες. Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Εχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο... Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποιοί πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα "Ποντιακό κράτος" στην Τουρκία..."

Ο Φρούνζε στο βιβλίο του "Αναμνήσεις από την Τουρκία" γράφει: "Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά (σ.τ.σ. Τοπάλ Οσμάν) έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σ' ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωταίας κοπέλλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ' ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου."

Οι Τούρκοι αρνούνται σήμερα τη σφαγή του 1922 – τη σφαγή των Ελλήνων. Κι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αδιάσειστα ντοκουμέντα, τα αποδίδουν στις αναπόφευκτες ακρότητες του πολέμου. Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική.

Η γενοκτονία των Χριστιανών ήταν ένα καλά μελετημένο σχέδιο εξόντωσης όλων των μεινοτήτων της άλλοτε κραταιάς Αυτοκρατορίας. Ένα σχέδιο που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1914, με τον πρώτο διωγμό. Και ολοκληρώθηκε μετά την καταστροφή του 1922.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»




(πηγη http://www.antinews.gr/?p=5715#comments)
...Ας δούμε όμως από κοντά τα δύο αυτά γεγονότα, ώστε να διαπιστώσουμε το αν και κατά πόσον είναι μύθοι, και σε κάθε περίπτωση ποιος είναι υπεύθυνος για την όποια παραχάραξη ή διαστρέβλωση που έχουν τυχόν υποστεί.

25η Μαρτίου

Κατά τους αποδομητές ιστορικούς, η 25η Μαρτίου επιλέχτηκε ως ημερομηνία για τον εορτασμό της Ελληνικής Επανάστασης μόλις «το 1838 […] χωρίς πάντως την ακρίβεια που επέβαλλε η ιστορική έρευνα και τα πραγματικά γεγονότα». Και αυτό γιατί «τα γεγονότα υπαγόρευαν την επιλογή είτε της 24 Φεβρουαρίου, με την εκδήλωση του κινήματος του Υψηλάντη, ή έστω της 23 Μαρτίου, όταν ξεσπά η επαναστατική δράση στην Πελοπόννησο». Και επειδή «η ισχύς του συμβολισμού επικράτησε των πορισμάτων της έρευνας», «σήμερα κανένας δεν πιστεύει πλέον ότι η Ελληνική Επανάσταση κηρύχθηκε όντως την 25η Μαρτίου 1821 ούτε ότι αυτό συνέβη στην Αγία Λαύρα». Και ποιος επέβαλλε τελικά την 25η Μαρτίου ως ημέρα για να γιορτάζεται η επανάσταση; Η εκκλησία, φυσικά, για να επιτευχθεί τελικά «η σύνδεση … της εθνικής επετείου με τη θρησκευτική εορτή και τους συμβολισμούς για το έθνος που συνεπαγόταν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου»[1]. Έτσι, η 25η Μαρτίου είναι συνολικά ένας θρύλος που «σαφώς εφευρέθηκε εκ των υστέρων για να συνδεθεί η Επανάσταση με την υπόσχεση της Ελεύσεως του Σωτήρα κατά τον Ευαγγελισμό της Μαρίας και βέβαια για να συνδεθεί η Επανάσταση (που κατ’ αρχάς έγινε με δεδηλωμένη αντίρρηση της επίσημης Εκκλησίας) με την ευλογία της εκκλησιαστικής ηγεσίας»[2].

Με τα λόγια του Β. Κρεμμυδά: «Στις 25 Μαρτίου δε συνέβη τίποτε, απολύτως τίποτε. Εορτάζεται όμως την ημέρα εκείνη ο συμβολισμός της γέννησης (sic!) του Χριστού -ας εορτασθεί μαζί και ο συμβολισμός της γέννησης του ελληνικού κράτους, ο συνδυασμός των δύο κάτι θα αφήσει στη σκέψη. Τι είναι όλα αυτά; Τυχαία δεν είναι, ούτε αθώα, ούτε ουδέτερα. Είναι μέρος ενός τεράστιου μηχανισμού που εκφράζει ένα πλήθος από σχέσεις, με κυριότερη τη σχέση στο επίπεδο της εξουσίας -των εξουσιών καλύτερα, πολιτικών, οικονομικών, εκκλησιαστικών, και όλες συμπυκνώνονται σε μία, στην κρατική εξουσία. Μέσα απ’ αυτήν εκφράζονται όλες οι άλλες»[3]. Φυσικά, πρώτο και καλύτερο γρανάζι του μηχανισμού αυτού είναι, «η Εκκλησία», που μαζί με όλες τις βαθιά συντηρητικές δυνάμεις «έχουν κατασκευάσει τις οχυρώσεις της εξουσίας τους με ιστορικά ψεύδη και γι’ αυτό η αλήθεια για το παρελθόν είναι ο εχθρός τους»[4]. Στην πραγματικότητα «η Επανάσταση άρχισε σε δύο ημερομηνίες. Στις 22 Φεβρουάριου, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στις 23 Μαρτίου στην Καλαμάτα. Όμως επειδή ήθελαν να συνδεθεί η εθνική εορτή με την Εκκλησία, προτίμησαν την 25η Μαρτίου που είναι και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Αυτό είναι το γεγονός»[5].

Είναι όμως αυτό το γεγονός;

Απολύτως όχι. Η 25η Μαρτίου δεν ορίσθηκε ως ημερομηνία για την έναρξη της επανάστασης το 1838, για να εξυπηρετηθεί η εκκλησία και τα όποια ιδιοτελή συμφέροντά της, όπως ισχυρίζονται με τόση βεβαιότητα οι… ειδικοί, αλλά το 1820. Ναι. Η 25η Μαρτίου είχε οριστεί ως ημερομηνία για την έναρξη της επανάστασης ήδη από το 1820. Και όχι από κάποιον μεμονωμένο αγωνιστή ή αγωνιστές, ή γενικά από τους επαναστατημένους Έλληνες, αλλά από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Και θα το ήξεραν αυτό οι καλοί ιστορικοί μας, αν είχαν κάνει τον κόπο να διαβάσουν τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του ’21, με πρώτα και καλύτερα αυτά του Κολοκοτρώνη[6], ή την Ιστορία του Τρικούπη[7], ή έστω την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους[8], αυτό το «έργο αναφοράς»[9], όπως οι ίδιοι ομολογούν ότι είναι, «το καμάρι μας»[10], όπως οι ίδιοι την χαρακτηρίζουν.

Και γιατί ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επέλεξε αυτήν ειδικά την ημερομηνία για τον ξεσηκωμόν του γένους, και όχι οποιανδήποτε άλλη; Μα ακριβώς επειδή συνέπιπτε με την γιορτή του Ευαγγελισμού, στην οποία γιορτή ο Υψηλάντης και πάλι ήθελε τώρα να δώσει μια καινούργια συμβολική σημασία για το έθνος, «ως ευαγγελιζομένην την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους»[11].

Γι’ αυτό και ο Κολοκοτρώνης είχε πάρει ήδη από το 1820 γράμματα από τον Υψηλάντη, με τα οποία εκείνος τον πληροφορούσε ότι η ημέρα του ξεσηκωμού θα ήταν η 25η Μαρτίου, ώστε να είναι μέχρι τότε έτοιμος: «… εις τα ’20 με ήλθαν γράμματα από τον Υψηλάντη δια να είμαι έτοιμος, καθώς και όλοι οι εδικοί μας. 25 Μαρτίου ήτον η ημέρα της γενικής επαναστάσεως»[12]. Και από εκείνη την στιγμή μέχρι τον Μάρτη ο Κολοκοτρώνης, πιστός στον μεγάλο αρχηγό, πραγματικά μηνούσε σ’ όλον τον Μοριά «…την ημέραν του Ευαγγελισμού να είναι έτοιμοι, και κάθε επαρχία να κινηθή»[13].

Έτσι, η 25η Μαρτίου 1821 έγινε από τότε, για όλους τους ραγιάδες, η προσδιορισμένη ημέρα.

Γι’ αυτό και στην σύσκεψη της Βοστίτσας αυτή η ημερομηνία ανακοινώθηκε από τον Παπαφλέσσα ως η ημερομηνία για τον ξεσηκωμό[14], αυτή και στην σύσκεψη των οπλαρχηγών της Ρούμελης, στην Λευκάδα. Οι Ρουμελιώτες μάλιστα, σε αντίθεση με τον σκεπτικισμό των προκρίτων του Μοριά, την δέχτηκαν αμέσως και με μεγάλον ενθουσιασμό, ξεκινώντας ευθύς όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες[15]. Έτσι, παρά το ότι στην Μολδοβλαχία είχε κηρυχθεί η επανάσταση από τον Υψηλάντη ήδη από τις 24 του Φλεβάρη, στον Μοριά και στην Ρούμελη ο Κολοκοτρώνης και όλοι οι άλλοι καπεταναίοι περίμεναν υπομονετικά να έρθει η «προσδιορισμένη» και γι’ αυτούς ημέρα, ώστε να «κινήσουν» και εκείνοι με την σειρά τους τον «ξεσηκωμόν»[16]. Τους πρόλαβαν όμως τα γεγονότα, και τελικά η επανάσταση ξεκίνησε δυο τρεις μέρες νωρίτερα από την «προσδορισμένην» και γεμάτη συμβολισμούς ημέρα.

Κοντολογής, η ημερομηνία της 25ης Μαρτίου όχι μόνον δεν ορίστηκε εκ των υστέρων, για να ικανοποιηθεί η εκκλησία, αλλά, αντίθετα, η 25η Μαρτίου ως ημερομηνία για την έναρξη της επανάστασης ορίσθηκε εκ των προτέρων, και συγκεκριμένα το 1820 από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Και αυτό είναι μια αλήθεια και μια πληροφορία που αναβλύζει αυθόρμητα από όλες τις ιστορικές πηγές για την επανάσταση, είτε είναι αυτές τα απομνημονεύματα των πρωταγωνιστών της, είτε η Ιστορία του Τρικούπη. Όταν λοιπόν οι αποδομητές ιστορικοί χαρακτηρίζουν την 25η Μαρτίου ως ύστερη «κατασκευή» και ως «μύθο», το μόνο που φανερώνουν είναι η παχυλή μα και απολύτως απαράδεκτη από μέρους τους άγνοια των πλέον βασικών πηγών για το 1821. Ξέχωρα από το απύθμενο θράσος τους, που πραγματικά σοκάρει…

Το γιατί η επανάσταση ξεκίνησε τελικά δυο τρεις μέρες «προ της προσδιορισθείσης ημέρας» είναι πράγματι ένα ζήτημα, το οποίο όμως δεν διέλαθε της ιστορικής επιστήμης ήδη από τον 19ο αι., η οποία και προέβη στις ανάλογες έρευνες και αναλύσεις[17].

Κατόπιν όλων αυτών, θα μπορούσε πολύ δίκαια να αναρωτηθεί κανείς: Γιατί άραγε οι προοδευτικοί ιστορικοί μας στο θέμα της έναρξης της επανάστασης επιδεικνύουν πραγματικά σχολαστικισμό μεσοπολεμικού Γυμνασιάρχου, λεπτολογώντας, μέχρι σημείου γελοιότητας θα έλεγα, για το πια ακριβώς ημέρα έπεσε η πρώτη τουφεκιά, κατακεραυνώνοντας μάλιστα με τον πιο οξύ και προσβλητικό τρόπο, ως επικίνδυνους και αντιδραστικούς μυθοπλόκους, όλους όσους τολμούν να γιορτάζουν την έναρξή της λίγες μέρες μετά από τότε που τελικά ξεκίνησε;

Είναι απλό. Διότι δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να συνδεθεί το ’21 άμεσα ή έμμεσα με την εκκλησία και το χριστιανικό αίσθημα των Ελλήνων. Γι’ αυτό και πρέπει όλοι οι Έλληνες να πειστούν και να χωνέψουν καλά πως η επανάστασή τους ήταν αποκλειστικό προϊόν και γνήσιο τέκνο του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, στο οποίο η εκκλησία όχι μόνον δεν είχε την παραμικρή συμβολή, αλλά ότι το πολέμησε κιόλας και το οποίο στο τέλος, με έναν εντελώς ανήθικο τρόπο, απλά το καπηλεύθηκε, δημιουργώντας όλους τους σχετικούς «μύθους».

Όμως, και ο Κολοκοτρώνης και οι υπόλοιποι αγωνιστές, που ζούσαν όλοι το 1838[18], δεν χρειάζονταν τα πορίσματα καμιάς έρευνας (!) για να γνωρίζουν, πολύ καλά μάλιστα, πως η επανάσταση στον Μοριά είχε αρχίσει δυο τρεις μέρες νωρίτερα από την 25η Μαρτίου[19]. Να πάρει η ευχή, αυτοί ήταν κι όχι άλλοι που ξεκίνησαν την επανάσταση και στις 21 και στις 22 και στις 23 του Μάρτη!

Όμως, και στην ψυχή και στην καρδιά τους, η επίσημη μέρα για τον γιορτασμό της επανάστασης δεν θα μπορούσε να ορισθεί παρά μόνον στην ημερομηνία εκείνην, την οποία είχε επιλέξει ο μεγάλος αρχηγός της ήδη από το 1820, και μάλιστα με τον ίδιον ακριβώς εθνικοθρησκευτικό συμβολισμό που εκείνος από τότε της είχε προσδώσει.

Αυτά βίωσαν ως άμεση προσωπική εμπειρία τους και αυτά κατέθεσαν ως αιώνια ιστορική μνήμη οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του ’21, οι οποίοι ούτε λωτοφάγοι ήταν, ούτε και ευχείρωτα ανδρείκελα του κάθε φτηνού προπαγανδιστή. Γι’ αυτό και το 1838 πανηγύρισαν την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου με τον πιο λαμπρό αλλά και με τον πιο συγκινητικό τρόπο[20].

Έτσι, για να κλείσουμε και με μια ποιητική υπέρβαση, μπορούμε χωρίς κανέναν δισταγμό ψυχής να πούμε πως ο πραγματικός συντάκτης του Β.Δ. του 1838 τελικά δεν ήταν άλλος παρά ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, που είναι, θαρρείς, λες και τό ’γραψε με τα ίδια του τα χέρια…

Αγία Λαύρα

Στην Αγ. Λαύρα συγκεντρώθηκαν για σύσκεψη στις 14 Μαρτίου του 1821 εκείνοι οι πρόκριτοι του Μοριά που είχαν αποφύγει να πάνε στην Τριπολιτσά, όπου τους είχαν καλέσει οι Τούρκοι, ως απόδειξη για την πίστη τους και την υποταγή τους. Εκεί, έντρομοι και απελπισμένοι, συζητούσαν για το ποια θα έπρεπε να είναι η στάση τους απέναντι στην προγραμματισμένη για τις 25 Μαρτίου επανάσταση. Τότε, αφού ακούστηκαν διάφορες προτάσεις πανικού και απελπισίας, πρυτάνευσε τελικά η πρόταση του Φωτήλα για έγκριση της επικείμενης επανάστασης και συμμετοχή τους σ’ αυτήν. Αμέσως μετά την αποδοχή της πρότασης Φωτήλα διασκορπίσθηκαν[21].

Σ’ αυτήν την σύσκεψη της Αγ. Λαύρα συμμετείχε και ο Π.Π. Γερμανός, ο οποίος και ευλόγησε, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, στις 17 του Μάρτη, δηλαδή ανήμερα στο πανηγύρι του μοναστηριού, την έναρξη της επανάστασης με την τέλεση δοξολογίας και με την ορκωμοσία των αγωνιστών[22]. Ο Π.Π. Γερμανός λοιπόν βρέθηκε πραγματικά στην Αγ. Λαύρα, όχι όμως στις 25 Μαρτίου αλλά λίγες μέρες νωρίτερα, όποτε και ευλόγησε και τα ιερά όπλα και των επαναστατών.

Αυτή η συγκέντρωση των αγωνιστών στην Αγ. Λαύρα, λίγο αργότερα μετατοπίσθηκε χρονικά από τις 14 στις 25 Μαρτίου. Και αυτό έγινε μάλλον από καθαρή σύγχυση. Άλλωστε, το ότι ο Π.Π. Γερμανός στις 25 Μαρτίου δεν ήταν στην Αγ. Λαύρα το πληροφορούμαστε από τα ίδια τα απομνημονεύματά του, όπου δεν αναφέρει απολύτως τίποτε γι’ αυτό. Η Αγ. Λαύρα λοιπόν δεν είναι ούτε ένα ανύπαρκτο γεγονός, ούτε, πολύ περισσότερο, ένας μύθος τον οποίον δημιούργησε η εκκλησία, όπως με τόσο φανατισμό και πείσμα προσπαθούν να μας πείσουν οι προοδευτικοί ιστορικοί. Είναι απλώς μια χρονολογική σύγχυση λίγων ημερών, για την δημιουργία της οποίας ούτε ο Π.Π. Γερμανός ούτε κάποιος άλλος κληρικός έχει την παραμικρή ευθύνη.

Άλλωστε, το ξαναλέμε εδώ και πάλι, η εκκλησία δεν είχε κανέναν λόγο ούτε και καμιά ανάγκη να φτιάξει πάνω στην ημερομηνία της 25ης Μαρτίου οποιονδήποτε μύθο, γιατί αυτή ήταν μια ημερομηνία που δεν την επέλεξε ούτε την «έπλασε» η ίδια η εκκλησία, αλλά την είχε καθορίσει από το 1820 ο ίδιος ο Υψηλάντης.

Ποιος όμως μίλησε πρώτος για την κήρυξη της επανάστασης στην Αγ. Λαύρα στις 25 Μαρτίου, δημιουργώντας έτσι και διαδίδοντας τον σχετικό «μύθο»; Κάποιος παπάς, κάποιος δεσπότης; Καθόλου. Ένας λαμπρός Ευρωπαίος, ο Γάλλος Πουκεβίλ, στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως που εξέδωσε το 1824.

Όταν λοιπόν ο κ. Κρεμμυδάς και όσοι τον ακολουθούν, εξακολουθούν να θεωρούν πως «προκειμένου να συνδεθεί η Εκκλησία με το Έθνος κατασκευάστηκε ένας από τους πιο ανθεκτικούς ιστορικούς μύθους»[23], στολίζοντας μάλιστα γι’ αυτό την εκκλησία με έναν σωρό χαρακτηρισμούς, τους οποίους αναφέραμε παραπάνω, είναι απολύτως βέβαιον πως δεν ακολουθούν ούτε κατ’ ελάχιστον την «επιστημονική έρευνα», την «νηφάλια επιστημονική διαπραγμάτευση» και την «αυστηρή ιστορική μέθοδο», στην οποίαν ευκαίρως - ακαίρως ομνύουν[24]. Αντίθετα, διασπείρουν ένα ιστορικό ψεύδος[25], διαπλάθουν έναν προοδευτικό αντι-μύθο, με μια προπέτεια και μια επιθετικότητα που είναι βέβαια απαράδεκτη για κάθε ψύχραιμο και αντικειμενικό άνθρωπο. Και επειδή έχει παραγίνει το κακό με τον μύθο για τους «μύθους» της εκκλησίας σχετικά με το ’21, κάποιοι αποδομητές ιστορικοί προσπαθούν τώρα να είναι όσο πιο προσεχτικοί μπορούν. Έτσι, ο Σ. Παπαγεωργίου περιγράφει με ιδιαίτερη ακρίβεια την προέλευση του «μύθου» της Αγ. Λαύρας αποκλειστικά και μόνον από την πέννα του Πουκεβίλ[26]. Στο τέλος βέβαια δεν παραλείπει να παρατηρήσει πως αν και υπεύθυνος για την δημιουργία του «μύθου» (δηλαδή της συγκεκριμένης ιστορικής σύγχυσης) είναι ο Πουκεβίλ, η εκκλησία βολεύτηκε πολύ μ’ αυτόν, αφού η ημερομηνία αυτή είναι ο μοναδικός συνδετικός αρμός της με την επανάσταση, μιας και η 25η Μαρτίου είναι η γιορτή του Ευαγγελισμού[27].

Το ότι ο κ. Παπαγεωργίου ανακάλυψε τον Πουκεβίλ λίγο δεν είναι. Τόσο που έκαμε, μεγάλη δόξα. Άλλωστε, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως καθηγητές της περιωπής ενός Κρεμμυδά τον Πουκεβίλ τον αγνοούν πλήρως! Αυτό μας κάνει να ελπίζουμε πως κάποια μέρα ο κ. Παπαγεωργίου θα ανακαλύψει ΚΑΙ τα απομνημονεύματα του αγωνιστών ΚΑΙ την Ιστορία του Τρικούπη αλλά Κ Α Ι την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους! Για να μάθει και αυτός, τέλος πάντων, ποιος «παπάς» όρισε την 25η Μαρτίου να είναι το ξεκίνημα της επανάστασης, ακριβώς για να συνδεθεί άμεσα, άρρηκτα και μια για πάντα ο εθνικός με τον χριστιανικό ευαγγελισμό…

Απόλυτα ακριβές είναι και το γεγονός πως ο Π.Π. Γερμανός ευλόγησε τα όπλα της επανάστασης. Και αν δεν τα ευλόγησε στις 25 του Μάρτη στην Αγ. Λαύρα, τα ευλόγησε στις 23 του Μάρτη[28] στην Πάτρα, την πρώτη – πρώτη μέρα της επανάστασης (όπως την θέλουν άλλωστε και οι προοδευτικοί ιστορικοί), όπου όρκισε τους πατρινούς επαναστάτες στην πλατεία του Αγ. Γεωργίου, στον σταυρό τον οποίον ύψωσε εκεί[29].

Με αφορμή το παραπάνω γεγονός, μπορούμε εδώ ευρύτερα να παρατηρήσουμε πως η παρουσία του κλήρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επανάσταση από την πρώτη ημέρα που αυτή ξέσπασε, και αυτό είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Έτσι, την ίδια μέρα που ο Π.Π. Γερμανός ευλογούσε τα όπλα στην Πάτρα, στην Καλαμάτα 24 ιερείς και ιερομόναχοι μπροστά στον ναό των Αγ. Αποστόλων ευλόγησαν, ύστερα από μια συγκινητική δοξολογία, τις ελληνικές σημαίες και όρκισαν τους αγωνιστές[30]. Το ίδιο έγινε και στην Ρούμελη από τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα. Επίσης, ο Έλους Άνθιμος, αυτή η ηρωική και τόσο άδικα ξεχασμένη μορφή του αγώνα, δεν έχανε την ευκαιρία να ευλογεί τα όπλα σε όποια περιοχή κι αν πήγαινε.

Το πιο εκπληκτικό όμως δεν είναι πως η Εκκλησία ευλόγησε την έναρξη της επανάστασης στον ελλαδικό χώρο, αλλά ότι πιο πριν είχε ήδη ευλογήσει την έναρξη της επανάστασης από τον Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία! (Αυτή κι αν δεν είναι η πρώτη – πρώτη μέρα της επανάστασης!) Πιο συγκεκριμένα, στις 26 Φεβρουαρίου 1821, σε μια μεγαλόπρεπη τελετή, ο μητροπολίτης Ιασίου Βενιαμίν ευλόγησε μέσα στον ναό των Τριών Ιεραρχών την σημαία της επανάστασης και περίζωσε τον Υψηλάντη με το ξίφος του, υπό τον ξέφρενο ενθουσιασμό των στρατιωτών και του πλήθους[31]. Ένα εκπληκτικό γεγονός, που έχει όμως αποκρυβεί εντελώς όχι μόνον από τα ιστορικά μας συγγράμματα, αλλά ακόμη και από τα σχολικά μας βιβλία. Ειδικά αυτή η τελετή του Ιασίου αποδεικνύει περίτρανα πως όχι μόνον δεν είναι μύθος το ότι η εκκλησία ευλόγησε τα λάβαρα και τα όπλα του αγώνα, αλλά ότι η όντως αλήθεια είναι πως τα ευλόγησε από την πρώτη κιόλας μέρα της έναρξής του!

Από όσα αναφέραμε πιο πάνω, μπορούμε εντέλει να πούμε πως μάλλον αδικημένος είναι ο κλήρος από τις αναφορές της ιστορικής επιστήμης, αλλά ακόμη και των σχολικών βιβλίων, ως προς την συμβολή του στην έναρξη της επανάστασης, παρά ευνοημένος…

——————————————————————————–

[1] . Χ. Κουλούρη, Μύθοι και Σύμβολα μιας Εθνικής Επετείου, Κομοτηνή 1995.

[2] . Κ. Γεωργουσόπουλος, «Ιστορία και Θρύλος», εφ. Τα ΝΕΑ, 17-3-2007.

[3] . Β. Κρεμμυδά, «Η εθνική γιορτή στο σχολείο», εφ. Η ΕΠΟΧΗ, 31-10-2004.

[4] . Β. Κρεμμυδά, «Η Σύγκρουση για την Ιστορία. Ο Ιστορικός στη Χλεύη του «Λαού», εφ. Τα ΝΕΑ, 26-04-2007. βλ. και του ιδίου, «H Eκκλησία στο Eικοσιένα Mύθοι και Ιδεολογήματα», εφ. Τα ΝΕΑ, 22-03-2005.

[5] . Β. Κρεμμυδάς, «Δεν χωράνε 5 αιώνες ιστορίας σε 130 σελίδες», στο άρθρο – αφιέρωμα «Ιστορία μου, αμαρτία μου …λάθος μου μεγάλο», εφ. ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 24-3-2007. Του ιδίου, «H Eκκλησία στο Eικοσιένα Mύθοι και ιδεολογήματα», εφ. ΤΑ ΝΕΑ, 22-03-2005.

[6] . Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836, υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης, Αθήνησιν 1846, σσ. 47-48. Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1977, τ. 1, σσ. 42 (κεφ. Α΄), 56 (κεφ. Β΄). Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τ. 1, Αθήνησιν 1851, σσ. 31, 61.

[7] . Σ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, εν Λονδίνω 18602, σ. 23· εν Αθήναις 18883, σ. 19. Για την Ιστορία του Σ. Τρικούπη η κ. Κουλούρη επιφυλάσσει, και δικαίως, ιδιαίτερα θερμά λόγια: «Έργο Μετρημένο, χωρίς Στόμφο. H Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Σπυρίδωνος Τρικούπη», εφ. Το ΒΗΜΑ, 9-04-2006. Καιρός όμως είναι να καταλάβουμε κάποτε πως τα μετρημένα έργα καλόν είναι να τα διαβάζουμε κιόλας που και που, και όχι μόνον να τα εκθειάζουμε…

[8] . ΙΕΕ, τ. ΙΒ΄, σ. 77.

[9] . Χ. Κουλούρη, «Μύθοι και Αλήθειες για το ’21», εφ. Το ΒΗΜΑ, 25-3-2007. Συγκεκριμένα η κ. Κουλούρη θεωρεί πως η ΙΕΕ είναι ένα έργο αναφοράς, διότι διαψεύδει τους μύθους σχετικά με τον ρόλο της εκκλησίας και επιμένει στην αυστηρή ιστορική μέθοδο.

[10] . Χαρακτηρισμός που απέδωσε στην ΙΕΕ ο καθηγητής Γιάννης Γιαννουλόπουλος σε τηλεοπτική εμφάνισή του.

[11] . Σ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, εν Λονδίνω 18602, σ. 23· εν Αθήναις 18883, σ. 19.

[12] . Θ