Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Πρατσοϊσμός

Ήταν κάποτε ένας δημοσιογράφος. Γνωστός και σπουδαίος, απολάμβανε την επιτυχία του σε ραδιόφωνο,τηλεόραση και εφημερίδα. Τα είχε προβλέψει όλα. Όλα τα είχε υπολογίσει. Οι πλούσιοι φίλοι του τον καλούσαν σε λαμπερές δεξιώσεις κι εκείνος, γόνος μεσοαστικής οικογένειας, τους αντάμοιβε με άρθρα που τους στήριζαν, τους είχε συνέχεια καλεσμένους στην εκπομπή του, έπαιρνε θέση πάντα υπέρ των συμφερόντων τους, μιας και συμβάδιζαν με τα ταπεινά δικά του.

Σε μια στιγμή όμως ήρθε η καταστροφή. Τόσο δυσπρόβλεπτη για τον ίδιο, τόσο προδιαγεγραμμένη από την έπαρση που αντιμετώπιζε "τον λαουτζίκο"- όπως συνήθιζε να λέει. Σε μια τηλεοπτική εκπομπή, λίγες μέρες μετά τις εκλογές, που τις είχε κερδίσει ο εχθρός των πολύ πλουσίων ιδιοκτητών του συγκροτήματος που δούλευε ο δημοσιογράφος, μίλησε για το απόλυτο κακό: Τη Χρεοκοπία εξαιτίας της κυβέρνησης του κυρίου Πράτση. Με εντολή των αφεντικών του, πούλησε φόβο και έσπειρε τον πανικό σε χιλιάδες κόσμο, που μέχρι τότε ζούσαν φιλήσυχα και ειρηνικά. Μάλιστα η συγκεκριμένη λέξη που ξεστόμισε εκείνο το μοιραίο βράδυ ήταν Πρατσοϊσμός, που την εξήγησε ως κάτι πολύ επικίνδυνο.Οι άνθρωποι που ήταν οπαδοί του Πρατσοϊσμού γκρέμιζαν κι έφερναν καταστροφή, όπου κι αν πήγαιναν. Σκότωναν με καπάκια μπίρας και όταν έβλεπαν κάποιον νοικοκύρη του έπαιρναν τις καταθέσεις. Η δε εξωτερική πολιτική τους ήταν βγαλμένη από τα άδυτα των μυστικιστών. Αυτοί ήταν χειρότεροι κι από το διάβολο!

 Έντρομοι οι πολίτες, σηκώθηκαν από τα κρεβάτια και τους καναπέδες τους και έτρεξαν προς τις τράπεζες. Η μαζικότερη ανάληψη μετρητών στην ιστορία της χώρας έγινε εκείνο το βράδυ. Την επόμενη μέρα, καραβάνια λαού, με κάθε μέσο, εγκατέλειπαν τη χώρα. Στις τράπεζες δεν είχαν μείνει παρά μόνο άυλοι τίτλοι. Στα σύνορα,στους σταθμούς, στα αεροδρόμια, όλοι σκυφτοί έψαχναν το πολυπόθητο εισιτήριο. Εκεί κάποιος που δεν βρήκε εισιτήριο κατηγόρησε έναν Δημόσιο Υπάλληλο πως είναι Πρατσοϊστής. Αμέσως όρμησαν πάνω του όλοι και ο δυστυχής όχι μόνο δεν έφυγε από τη χώρα, αλλά λιτσαρίστηκε με άγριο τρόπο από το πλήθος.

Μπροστά στο επεισόδιο ήταν κι άλλοι. Σαν κολλητική αρρώστια, σαν φωτιά σε πευκοδάσος, απλώθηκε παντού η φήμη, πως οι Πρατσοϊστές είχαν ανθρώπους παντού. Ο ένας υποψιαζόταν τον άλλο. Οι γυναίκες τους άντρες τους και ο αδερφός τον ίδιο τον αδερφό του. Έγινε κοινή πεποίθηση πως ο Πρατσοϊσμός είχε διαλύσει τη χώρα κι έπρεπε να παταχθεί. Οι αρχηγοί του μάλιστα θα καίγονταν σε μια φωτιά που είχαν ανάψει έξω από την πλατεία που βρισκόταν το τηλεοπτικό κανάλι. Αν τους έβρισκαν. Γιατί ο ένας με τον άλλο, όποιος χρωστούσε ή όποιος ήθελε φαγητό τζάμπα, κατηγορούσε στα ίσια όποιον ήθελε για Πρατσοϊστή. Οι άλλοι του χίμαγαν με λύσσα κι έτσι η ρουφιανιά και οι σκηνές βίας επικράτησαν στη μικρή αυτή χώρα. Κανείς δεν ήταν ασφαλής. Όλοι κρέμονταν από τα χείλη του λαοπρόβλητου δημοσιογράφου, που είχε αρχίσει τις φήμες, να πει κάποια στοιχεία, ώστε να ξεχωρίζουν τους Πρατσοϊστές. Μην μπορώντας να κάνει αλλιώς και για να ενισχύσει το κύρος του, εκείνος βγήκε στο Κεντρικό δελτίο ειδήσεων και ανακοίνωσε: "Πρατσοϊστής είναι όποιος φοράει κόκκινο μπλουζάκι και περπατάει με το κεφάλι ψηλά."

Την επόμενη μέρα όλοι πήγαν στην πλατεία και έκαψαν τα κόκκινα μπλουζάκια τους. Όσοι δεν είχαν δει ειδήσεις συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στις φυλακές. Αυτούς με μερικούς περήφανους ανθρώπους, θα τους εκτελούσαν με συνοπτικές διαδικασίες, σίγουροι πως έτσι μόνο θα ερχόταν η κάθαρση στον τόπο.

Μια μέρα, ο δημοσιογράφος πήγε μεταμφιεσμένος σε ένα πρακτορείο για να βγάλει κρυφά εισιτήριο για το εξωτερικό. Από την εποχή της ακμής του όλα τα χρήματα τα έστελνε έξω. Τώρα όμως εγκλωβισμένος σ'ένα καταστρεμμένο κράτος, χωρίς τράπεζες για τις συναλλαγές του και παγιδευμένος στο ψέμα που ο ίδιος είχε δημιουργήσει, έπρεπε να φύγει. Εκεί τον αναγνώρισε μια δασκάλα και τον ρώτησε γιατί φεύγει. Η νεοπλουτίστικη αλαζονεία του, το αίσθημα ανωτερότητας που είχε και η βαθιά περιφρόνηση για τον λαουτζίκο, τον έσπρωξε στην λάθος απόφαση: Γύρισε με επιδεικτικότητα το κεφάλι του από την άλλη, ψιθυρίζοντας μια βρισιά. Αμέσως η δασκάλα άρχισε τις φωνές: "Πιάστε τον! ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΤΣΟΊΣΤΗΣ". Κόσμος πολύς μαζεύτηκε και επικράτησε αναστάτωση. Σχεδόν σηκωτό τον μετέφεραν μπροστά στην πλατεία. Εκεί η φωτιά μύριζε δυστυχία. Ο ίδιος ωρυόταν, έκλαιγε και καταριόταν. Μετά έσκυψε το κεφάλι για να δείξει την αντίθεσή του. Η λεπίδα του σπαθιού έπεσε με δύναμη. Ο δημοσιογράφος είχε καρατομηθεί. Μικρό το τίμημα μπροστά στα ερείπια μιας ευκολόπιστης χώρας.

2 σχόλια:

Κοσμάς Διακομανώλης είπε...

Εμείς τώρα, με ποιούς θα είμαστε?

rinaki είπε...

η άρχουσα τάξη και οι υπερασπιστές της,θα βρουν πολλά τέτοια σκιάχτρα για να τρομάζουν και να ελέγχουν τον λαό!!επανάσταση τώρα,αλλά με τόσες μπύρες που ήπια για να μαζέψω τα καπάκια,δε ξέρω πώς θα επαναστατήσω...μου άρεσε το κείμενο, μου θυμισε λίγο Όργουελ, πάντα διαχρονικός!!!το τέλος ωραίο,με εντυπωσίασε περισσότερο γιατί μου θυμίζει την νομοτέλεια των αρχαίων ελληνικών κειμένων, η τιμωρία ήρθε εξ ουρανου, έπεσε στην παγίαδα που έστησε ο ίδιος....