Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Γιανναράς - Ψήφος αντίστασης στη μικρόνοια

Ψήφος αντίστασης στη μικρόνοια

Tου Χρηστου Γιανναρα

31-10-2010

Μοιάζει απίστευτο, αλλά το προεξοφλούν με σιγουριά οι δημοσκοπήσεις: Στις επερχόμενες εκλογές Τοπικής τάχα και Αυτοδιοίκησης, οι ελλαδίτες ψηφοφόροι θα ψηφίσουν και πάλι, στην πλειονότητά τους, κομματικούς υποψηφίους.

Πώς να εξηγήσουμε την άρνηση της κρίσιμης για το εκλογικό αποτέλεσμα μάζας να αντιληφθεί την πραγματικότητα; Τα εγκλήματα των δύο κομμάτων που κυβέρνησαν τον τόπο τα τελευταία τριάντα έξι χρόνια είναι εξόφθαλμα, αποδεδειγμένα, ψηλαφητά: Κατασπατάλησαν το απίστευτο χρήμα που εισέρευσε στη χώρα (για πρώτη φορά στην κρατική μας ιστορία) και απέβλεπε να επιτευχθεί σύγκλιση της ελλαδικής με τις οικονομίες των χωρών της Ε.Ε. Ξέφρενη σπατάλη και επιπλέον απίστευτος, παρανοϊκός δανεισμός. Μοίραζαν τα κόμματα διορισμούς, επιδοτήσεις, ρουσφέτια, μπούκωναν τον υπόκοσμο των λακέδων και της καμαρίλας τους με αδιάντροπο πλούτο, ωμά, απροκάλυπτα, χυδαία. Πνίγοντας κυριολεκτικά τη χώρα στα χρέη.

Χωρίς να λύσουν, στα τριάντα έξι αυτά χρόνια, ούτε ένα πρόβλημα – το ασφαλιστικό, ας πούμε, ή το συγκοινωνιακό ή της μηχανοργάνωσης του κράτους (δεν συζητούμε για την παιδεία, την υγεία, την άμυνα, τη δικαιοσύνη). Το μόνο που τους ενδιέφερε, μα αποκλειστικά το μόνο, ήταν η επανεκλογή τους, η κραιπαλική ηδονή της εξουσίας. Τίποτε άλλο. Και όταν πια η καταστροφή ήταν αδύνατο να αναχαιτιστεί, ο ένας πρωθυπουργός το ’σκασε πανικόβλητος, δίχως ίχνος ντροπής ή αυτοσεβασμού. Και έσπευσε να αναλάβει ο μειονεκτικός σε επιγνώσεις αντίπαλος, για να αλωνίζει επί μήνες τα διεθνή κέντρα, απολαμβάνοντας τουριστικά το κελεπούρι της πρωθυπουργίας και διαφημίζοντας στους δανειστές της χώρας την αναξιοπιστία της και τη διαφθορά της.

Ποιος Ελληνας δεν βλέπει αυτά τα εξόφθαλμα, αποδεδειγμένα, ψηλαφητά δεδομένα; Κι όμως, όχι μόνο δεν κατεβαίνουμε στους δρόμους να διαδηλώσουμε οργή και αντίσταση, αλλά σπεύδουμε πειθήνια και ηλίθια να αμνηστεύσουμε, να κολακέψουμε, να επιβραβεύσουμε τους τυράννους μας, ψηφίζοντας τους εκλεκτούς των κομματικών συμφερόντων στην τάχα Αυτοδιοίκηση. Πού είναι λοιπόν το περιβόητο «φιλότιμο» του Ελληνα, η «περηφάνια» του, το «αδούλωτο φρόνημά» του; Ακόμα και την ψήφο του, το τελευταίο απομεινάρι διαφοράς από τον σκλάβο, τον ραγιά, την προσφέρει για να μετρήσουν οι διεφθαρμένες κομματικές συντεχνίες τις περιστασιακές μεταβολές στα ποσοστά της ισχύος τους.

Να κατεβούμε στους δρόμους μάς το έχει απαγορεύσει ο παλαιοημερολογητισμός του Περισσού: μονοπωλεί μεθοδικά κάθε δημόσια μαζική διαμαρτυρία, την «καπελώνει» αυθαίρετα, η κραυγή και οργή των πολιτών μετατρέπεται σε αθέλητη υποστήριξη της πιο υπάνθρωπης ολοκληρωτικής μονοτροπίας. «Δεν κοτάς ν’ αγγίξεις μιαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, έγραφε ο Ελύτης, και βρίσκεσαι να “κάνεις πορεία” μ’ έναν συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη, αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους». Δεν μπορεί να υπάρξει σήμερα ακομμάτιστη πρωτοβουλία για μαζική πολιτική εκδήλωση, που να μην την ιδιοποιηθεί η μικρόνοια και ψυχανωμαλία των καπήλων της Αριστεράς.

Μας απομένει η ψήφος, για να συντηρούμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε πολίτες, ότι πολίτευμα της χώρας είναι η δημοκρατία. Ψευδαίσθηση, στάχτη στα μάτια, για να συνεχίζουν οι μαφιόζοι των κομματικών συντεχνιών να παίζουν με τη δική μας αφέλεια, την παιδαριώδη επιπολαιότητά μας. Τάχα ότι λειτουργούν πολιτικοί θεσμοί, τάχα ότι διαχειριζόμαστε τις τύχες και το μέλλον μας, καμαρωτοί στη σειρά για να βρεθούμε πίσω από το παραβάν, να αξιοποιήσουμε τα «δικαιώματα» του πολίτη! Μας παραμυθιάζουν οι ανίκανοι, ενώ το ξέρουμε, το βλέπουμε: Η δευτεράντζα της κομματοκρατίας, δήμαρχοι, νομάρχες, περιφερειάρχες τώρα ή ό,τι άλλο παραπληρωματικό, ούτε τις λακκούβες στους δρόμους ή τις αγέλες των αδέσποτων δεν είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν. Τοποτηρητές είναι, ελάσσονες, των κομματικών συμφερόντων.

Βρίσκουν και τα κάνουν. Οι μάζες των ευνουχισμένων, των δίχως σκέψη και κρίση ψηφοφόρων, μοιάζει να μην έχουν καταλάβει πού έχουμε φτάσει και γιατί. Γιατί σε λούκι στερήσεων, φτώχειας, ανεργίας, εφιαλτικής αβεβαιότητας για το αύριο, γιατί πουθενά ελπίδα ανάκαμψης; Πώς βρέθηκε να είναι πρωθυπουργός ένα τόσο μειονεκτικό άτομο με τόσο κραυγαλέα υστερήματα, πώς γίνεται να έχουμε υπουργό Εξωτερικών και υπουργό Οικονομικών ανθρώπους πρωτόπειρους, πρωτοφανέρωτους στον δημόσιο βίο, σήμερα που διακυβεύεται η ίδια η ιστορική μας επιβίωση, η αξιοπιστία και η τιμή του ονόματός μας στον διεθνή στίβο; Δεν είχε τίποτε καλύτερο να επιστρατεύσει το κομματικό μας σύστημα στην κρίσιμη αυτή ώρα;

Οχι, δεν είχε, είναι φανερό. Η αξιωματική αντιπολίτευση είναι μια εξ ίσου θλιβερή και ευτελισμένη συναγωγή μετριοτήτων, σπιθαμιαία αναστήματα λιμασμένων για επιστροφή στην εξουσία, αναπολόγητων ακόμη για πράξεις απύθμενης φαυλότητας και διαφθοράς. Αυτά τα «κόμματα εξουσίας» δεν είναι πολιτικοί σχηματισμοί, είναι καρκινώματα στο κοινωνικό σώμα, εστίες μολυσματικές, απεργάζονται θάνατο. Ομως, η κρίσιμη εκλογική μάζα, ψηφοφόροι δίχως σκέψη και κρίση, τους εκλεκτούς αυτών των κομμάτων θα ψηφίσουν, δεν καταφέρνουν να συνδέσουν τον εφιάλτη που ζούμε με τα συγκεκριμένα εγκλήματα που τον προκάλεσαν και με τους αυτουργούς των εγκλημάτων.

Ο ευνουχισμός έχει συντελεστεί μεθοδικά, έντεχνα, «ανεπαισθήτως». Αν υπάρξουν ιστορικοί στο μέλλον με ενδιαφέρον για την περίπτωσή μας, το υλικό μελέτης του ευνουχισμού μας θα τους προσφερθεί άφθονο: Τα σχολικά βιβλία που τιτλοφορούνται «Η Γλώσσα μας», ο γκαιμπελικός προπαγανδισμός του ψυχωτικού «φιλαθλητισμού», του κρατικού τζόγου, ο επιχορηγούμενος κιτρινισμός και κρετινισμός των τηλεοπτικών καναλιών. Ακρως αποτελεσματικές πρακτικές εξηλιθίωσης της κρίσιμης εκλογικής μάζας.

Ετσι έχουν εξασφαλισμένη και αυτή τη φορά την επανεκλογή τους δήμαρχοι εξοργιστικής ανικανότητας, επιβαρυμένοι με εγκλήματα φαυλότητας σε προγενέστερες υπουργικές τους θητείες. Σίγουρη η επανεκλογή και νομαρχών που εκκρεμούν σε βάρος τους ποινικές διώξεις, θριαμβική η επικράτηση πληθώρας ασημαντοτήτων, ανθρώπων θλιβερού επιπέδου ικανοτήτων και καλλιέργειας, με μοναδικό προσόν το κομματικό χρίσμα.

Η «μαγιά» που αντιστέκεται στον εξανδραποδισμό λογαριάζει τους κομματικά κεχρισμένους, όποιοι κι αν είναι, σαν χολεριασμένους. Ακομμάτιστους υποψήφιους τους ψηφίζει. Οπου δεν υπάρχουν: λευκό ή αποχή.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Αξεπέραστος Γιανναράς

Η βαριά αναπηρία της ακρισίας

Tου Xρηστου Γιανναρα

Μέτρο για την αξιολόγηση της ποιότητας των ανθρώπων είναι μάλλον ή κυρίως η αυτοκριτική εγρήγορση: Η ετοιμότητα παραδοχής λαθών, η αναγνώριση ελλείψεων, η συμφιλίωση με τη μη παντογνωσία. Και ακόμα, η σεμνότητα της αμφιβολίας, το θάρρος να ομολογείται άγνοια, η αποσύνδεση γνωμών, απόψεων, κρίσεων από την άμυνα ή την προβολή του εγώ.

Γιατί συνιστά «ποιότητα» (αξιολογική υπεροχή) η αυτοκριτική εγρήγορση; Μα, προφανώς, επειδή επιτρέπει στον άνθρωπο την ελευθερία από το ένστικτο (την αναγκαιότητα) της αυτοθωράκισης. Του επιτρέπει να ανοιχτεί στη σχέση, να ζει τη χαρά κοινωνικής επαλήθευσης της εμπειρίας, δημιουργικού ελέγχου διανοημάτων και κρίσεων, φαντασίας και στόχων. Να πλουτίζει τη ζωή του ο άνθρωπος με συνεχή αναζήτηση της πάντοτε απλήρωτης πληρότητας, ανυπότακτος στα στεγανά και στη μιζέρια της αυταρέσκειας, ελεύθερος από τη νομοτέλεια των κτηνωδών ενορμήσεων επιβολής και κυριαρχίας.

Υπάρχουν ωστόσο εποχές ή πολιτιστικά «παραδείγματα», αλλά και επιμέρους επαγγέλματα, που μοιάζει να επιβάλλουν στις συνειδήσεις σαν αυτονόητο τον αποκλεισμό της αυτοκριτικής ετοιμότητας, τον αποκλεισμό επομένως από την κατάκτηση της ανθρώπινης ποιότητας. Ενας θρησκευτικός λειτουργός π.χ. κατά κανόνα θεωρεί αδιανόητο να ομολογήσει άγνοια στο πεδίο της μετα-φυσικής πραγματικότητας, να διατυπώσει κριτικές αμφιβολίες, να δεχθεί τη σχετικότητα της γλώσσας. Αντιλαμβάνεται ότι οι άνθρωποι ζητάνε από τη θρησκεία βεβαιότητες, επαναπαυτική σιγουριά, αράγιστες ατομοκεντρικές «πεποιθήσεις». Επομένως ο λειτουργός της θρησκείας εξ ορισμού οφείλει να εκπροσωπεί δόγματα, αρχές κατοχυρωμένες με την αυθεντία υπερβατικών αποκαλύψεων. Γι’ αυτό και τον «αποφατισμό» της εκκλησιαστικής Χριστιανοσύνης, τον συνεπή εμπειρισμό του αθλήματος της σχέσης και την άρνηση ιδεολογημάτων η πλειονότητα των ανθρώπων δεν τα αντέχει – με αποτέλεσμα την κυρίαρχη μέσα στους αιώνες θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος.

Για πολλούς ο δικαστής επίσης δεν δικαιούται να διαθέτει αυτοκριτική ευαισθησία, τουλάχιστον δημόσια εκδηλούμενη.

Η ψυχολογία και πάλι της μάζας θα απαξιώσει και θα απορρίψει τον δικαστή που θα ομολογούσε ενδεχόμενο σφάλματος σε αποφάσεις του, έλλειψη βεβαιότητας για την ευθυκρισία του, αναγνώριση της σχετικότητας των νομικών επιχειρημάτων του. Γενικότερα, για κάθε διαχειριστή εξουσίας θεωρείται ουσιώδης συνιστώσα του εξουσιαστικού υπουργήματός του το να εμφανίζεται αλάθητος, απόλυτα σίγουρος για τις απόψεις, τις γνώμες, τις κρίσεις του, να ενσαρκώνει αδιαμφισβήτητη αυθεντία. Χωρίς αλάθητο και αυθεντία είναι αδύνατο να λειτουργήσουν τα «επαγγελματικά στελέχη» ιδεολογικών παρατάξεων, οι κομματικοί μέντορες, οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι και, βέβαια, οι αρχηγοί «κομμάτων εξουσίας».

Για τον έχοντα υγιείς ή αρκούντως υγιείς τας φρένας η αυτονόητη εξάλειψη κάθε αυτοκριτικής ετοιμότητας έχει κωμικό αποτέλεσμα: Γελάει κανείς αλλά ταυτόχρονα και θλίβεται βλέποντας ανθρώπους ανίκανους να πιστοποιήσουν λάθος τους, να εντοπίσουν τις ελλείψεις τους, να συνειδητοποιήσουν υστερήματά τους. Αλλά, στο σημερινό πολιτιστικό «παράδειγμα» της ύστερης Νεωτερικότητας αυτός ο ανθρωπολογικός τύπος είναι ο κυρίαρχος. Παράγεται μέσα από κάθε παραμικρή πτυχή λειτουργίας της συλλογικότητας. Η πληροφορία είναι μόνο και απολύτως έγκυρη (κυρίως η τηλεοπτική που μεταφέρει εικόνα, έστω «στημένη»). Η διαφήμιση προϊόντων και κάθε προπαγάνδα οφείλει να μεταγγίζει αράγιστες δογματικές βεβαιότητες, ούτε ίχνος επιφύλαξης ή περιθώριο αμφιβολίας. Η επιστήμη αυτονόητα εκλαϊκεύεται και σερβίρεται σε περιοδικά λαϊκής κυκλοφορίας και εφημερίδες (αλλά και από ακαδημαϊκούς θηρευτές της ευρείας δημοσιότητας) σαν τελεσίδικη οριστική απόφανση, ειδωλοποιημένη «καθέδρα» που σε όλα απαντά, παρόντα και μέλλοντα, του επιστητού και του απροσπέλαστου.

Οσο πιο υπανάπτυκτη είναι μια κοινωνία ή μια κοινωνική ομάδα, όσο χαμηλότερος ο δείκτης της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, τόσο στεγανότερος ο αποκλεισμός της αυτοκριτικής, τόσο πιο πεισματικό το γάντζωμα σε αλάθητες βεβαιότητες. Είναι ποτέ νοητό να τολμήσει κανείς ένδοθεν κριτική στο ΚΚΕ ή στον ΣΥΡΙΖΑ ή στους «Μάρτυρες του Ιεχωβά» ή σε παλαιοημερολογίτικη σέκτα; Βέβαια, παντού υπάρχουν οι επιτήδειοι ευφυείς που εκμεταλλεύονται την ευήθεια των πολλών για να κάνουν οι ίδιοι καριέρα. Σερβίρουν αλάθητες βεβαιότητες, ειδωλοποιούν νοητές «καθέδρες» και το πλήθος έρχεται και αποθέτει στα πόδια τους την ελευθερία του, ακριβώς όπως το ήθελε ο «Μέγας Ιεροεξεταστής» στους Καραμάζοφ.

Πάντως, σε ευρύτερο κοινωνικό πεδίο η πιο αποτελεσματική μεθόδευση για ριζική εξάλειψη της αυτοκριτικής ετοιμότητας των ατόμων ήταν το πασοκικό επινόμα να καταργηθεί θεσμικά κάθε λειτουργία κριτικής αξιολόγησης σε οποιαδήποτε πτυχή του συλλογικού βίου, να ακυρωθεί κάθε ιεράρχηση ικανοτήτων και ευσυνειδησίας, κάθε διάκριση ποιοτήτων. Η θεσμική κατάργηση υπαγορεύτηκε από τη σκοπιμότητα να κολακευτεί ο πρωτογονισμός ενορμήσεων της μάζας, η ηδονιστική ψευδαίσθηση «προοδευτικού» εξισωτισμού των ατόμων, για να θηρεύσει ψήφους το κόμμα. Και όταν καταργούνται τα αντικειμενικά - χρηστικά μέτρα κριτικής αξιολόγησης, ατονούν αναπόφευκτα ή αφανίζονται και τα υποκειμενικά αντανακλαστικά κριτικής και αυτοκριτικής.

Στην ελλαδική κοινωνία σήμερα λειτουργούν κάποιες ελάχιστες επιφάσεις κριτικών επιλογών ή γνωμών και απόψεων, όμως στην πραγματικότητα κανένας δεν κρίνεται για τίποτε. Η «βουλευτική ασυλία» είναι η αναιδέστερη μάλλον πρόκληση βάναυσης θεσμοποίησης της ακρισίας και ατιμωρησίας, που σε συμβολικό επίπεδο νομιμοποιεί κάθε αυθαιρεσία. Το ίδιο και η προαγωγή όλων των μαθητών σε κάθε τάξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, όπως και το απεριόριστο του χρόνου των προπτυχιακών σπουδών στα πανεπιστήμια.

Το ίδιο και η κατάργηση κάθε κριτικής αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, η αυτονόητη μονιμότητά τους δίχως τον παραμικρό έλεγχο ικανότητας και απόδοσης, η κατάλυση του θεσμού των πειθαρχικών συμβουλίων.

Η δυναμική του συμβολικού χαρακτήρα τέτοιων συμπτωμάτων κριτικής και αυτοκριτικής αφασίας προσδίδει στην κοινωνική (παιδευτική κυρίως) υπανάπτυξη χαρακτήρα πραγματικής συμφοράς, καταστροφικού κυκλώνα. Τα βασανιστικότερα προβλήματα καθημερινού βίου στην Ελλάδα σήμερα, προβλήματα που στερούν τη χαρά της ζωής, τη δημιουργικότητα και την ελπίδα από τον Ελληνα, είναι πασιφανώς προϊόντα της παγιωμένης ακρισίας, της χαμένης αυτοκριτικής ετοιμότητας.

Παράλογο να ελπίζουμε αναμέτρηση με τέτοια προβλήματα από αναστήματα διαμετρήματος «Κωστάκη» και «Γιωργάκη».


Από τη σημερινή Καθημερινή