Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Άρθρο από την Καθημερινή

Ποιoς ποινικοποιεί εντέλει την ελεύθερη βούληση;

Tης Mαριας Κατσουνακη

«Η απαγόρευση ενός ασέμνου βιβλίου δεν αποτελεί πράξη λογοκρισίας, όπως δεν είναι λογοκρισία η οποιαδήποτε απαγόρευση στα παιδιά να διαβάζουν βιβλία που τα ωθούν σε άσχημες συνήθειες και κακές πράξεις, όπως ναρκωτικά, κλοπές, πορνεία κ.λπ.». Η απόφαση του δικαστή Δημήτρη Γαβαλά, τον Αύγουστο του 2007, «να αποσύρει προσωρινά» το βιβλίο της Ερσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» από τις σχολικές βιβλιοθήκες (συναινώντας με το πνεύμα της αγωγής του δικηγόρου Κωνσταντίνου Πλεύρη), στηρίχθηκε σε παρόμοια επιχειρήματα. Τη στιγμή που ο δικαστής συνέτασσε αυτές τις γραμμές (και άλλες ανάλογες) σωριάζονταν στα πόδια του με γδούπο ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ιστορίας της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα. Αλλά οι απαρέγκλιτες αρχές απαιτούν θυσίες.

Σε ζιγκ-ζαγκ, όμως, στους κακόφημους δρόμους της λογοκρισίας επιδίδονται ολοένα και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια αυτόκλητοι ερμηνευτές του «ασέμνου», της «αποκλίνουσας συμπεριφοράς», της «προσβολής των ιερών και οσίων». Συχνά, οι απαγορεύσεις εκπορεύονται από τον ίδιο τον πολιτικό αρχηγό ενός κράτους. Ο Μπερλουσκόνι, για παράδειγμα, μηνύει τους δημοσιογράφους που τον επικρίνουν ή αποκαλύπτουν σκοτεινές πτυχές του βίου του. Οπως διαβάζουμε σε σχετικό δημοσίευμα της «Κ» (3/12), ο Ιταλός πρωθυπουργός δεν είναι ο μόνος που μηνύει. Η Ιταλική Ενωση Τύπου, μάλιστα, έχει δημιουργήσει ειδικό «ταμείο αλληλεγγύης» για να καλύπτει έξοδα δικαστηρίων και αποζημιώσεις. Πόσο απέχει η λογοκρισία από την έκφραση «τεχνικές εκφοβισμού της πολιτικής τάξης» και πόσο αυτός ο «εκφοβισμός» συνορεύει με την καλπάζουσα «αυτολογοκρισία»;

«Ο αυτοδιορισμένος λογοκριτής είναι το alter ego του συγγραφέα, ένα alter ego που σκύβει και διαβάζει πάνω από τον ώμο σου και χώνει τη μύτη του στο κείμενο...», γράφει ο Ντανίλο Κις. «Δεν μπορείς να νικήσεις αυτόν τον λογοκριτή, γιατί είναι σαν τον Θεό - γνωρίζει και βλέπει τα πάντα, εκπορεύτηκε από το δικό σου μυαλό, τους δικούς σου φόβους, τους δικούς σου εφιάλτες». Η δύναμή του δεν ορίζεται: «κατορθώνει να διαφθείρει ακόμη και τα ηθικότερα άτομα, τα οποία η εξωτερική λογοκρισία δεν έχει καταφέρει να κάμψει».

Αυτός ο εσωτερικός δεσμοφύλακας εγκαθίσταται σε εποχές «αποϊδεολογικοποιημένες» χωρίς «πολιτικό προσανατολισμό», υποστηρίζει ο Βασίλης Βλασταράς, ζωγράφος και λέκτορας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Ο φόβος και η άγνοια είναι το υπόστρωμα στο σαθρό έδαφος που δεν επιτρέπει να πατήσεις γερά για να αντισταθείς. Διευρύνοντας δε, την έννοια της αυτολογοκρισίας παρατηρεί ότι οι φοιτητές του «αλλοιώνουν κάποτε τις προθέσεις τους», προσπαθώντας να προσαρμοστούν «στο γούστο του κοινού».

Τα διαπλεκόμενα, ο σφιχτός εναγκαλισμός της εξουσίας με τα ΜΜΕ, των κρινόμενων με τους κρίνοντες, οι πάσης φύσεως υποσχέσεις και απολαβές, στερούν από τη διατυπωμένη σκέψη τις αιχμές της, τη στρογγυλεύουν, τη μετατρέπουν ολοένα και περισσότερο σε ανώδυνη και ανέξοδη επισήμανση. Η καχυποψία που συνοδεύει τις πολεμικές και τις καταγγελίες, ο ψίθυρος που δυναμώνει για να διαβάλλει και τις καλύτερες των προθέσεων, τα στοιχήματα των ισχυρών και η διαρκής αναδίπλωση των αδυνάμων, θέτουν νέους όρους στην κοινωνική συμβίωση. Η «ευθιξία» αποκτά απροσδιόριστο μέγεθος. Αγωγές για αποζημίωση, μηνύσεις, αλλά και έμμεσοι, ήπιοι ή οξύτεροι σε τόνους, εκβιασμοί, συνθέτουν ένα νέο τοπίο μέσα στο οποίο οι καλλιτέχνες καλούνται να εκφραστούν «ελεύθερα», οι δημοσιογράφοι να ασκήσουν την κριτική τους, οι λογοτέχνες να υπερβούν τις συμβάσεις.

Ποιoς ποινικοποιεί εντέλει την ελεύθερη βούληση; Εμείς οι ίδιοι ή οι πάσης φύσεως αρχές; Επισφαλή είναι τα καθεστώτα ή οι πολίτες που δεν μπαίνουν στον κόπο της αντίρρησης, της αντίστασης, του διαφορετικού; Η απειλή για το τίμημα (το ταμείο των πράξεων ή παραλείψεων) διογκώνεται και η αυτολογοκρισία εμφανίζεται η μόνη ασφαλής και σίγουρη οδός. Ετσι, η αυθαιρεσία νομιμοποιείται και οι (αυτο)περιορισμοί φαντάζουν η μόνη αποδεκτή κανονικότητα.

Ο Σολζενίτσιν υποστήριζε πως όταν το απαγορευμένο ορίζεται για πρακτικούς σκοπούς από την επιθυμία της εξουσίας, και όταν οι προσπάθειες να αποκαλυφθεί αυτή η επιθυμία εκλαμβάνονται ως επιθέσεις κατά της εξουσίας, ίσως είναι φρόνιμο ο συγγραφέας που δεν επιθυμεί να εσωτερικεύσει το σύστημα -ό,τι το σύστημα επιθυμεί πάνω απ’ όλα- όχι μόνο να συγγράφει για το συρτάρι του, αλλά να αρνείται να είναι συγγραφέας.

Ανάμεσα στην άμεση εξέγερση και στην άχαρη συμμόρφωση υπάρχει η στρατηγική σιωπή. Μόνο που στους καιρούς μας δεν είναι θέση, αλλά διακηρυγμένη απόσυρση.


Από την Καθημερινή της 6/12

Δεν υπάρχουν σχόλια: